Φοβού τους ευεργετηθέντες ή μήπως φοβού τους ευεργέτες; Ο ευεργέτης είν’ ένας άνθρωπος εγωιστής, γιατί δέχεται να «χαρίσει» αυτό που λείπει απ’ τον ευεργετούμενο, δείχνοντας έτσι την ανωτερότητά του και τη δύναμή του απέναντι σ’ αυτόν, αναδεικνύοντας, θα 'λεγα καλύτερα, τη χρεία του ευεργετούμενου, που σπεύδει να του την θεραπεύσει για να τονίσει, έτσι, ο ευεργέτης την έπαρσή του και τη μοναδικότητά του. Ο ευεργετούμενος, λόγω αυτής της χρείας, αναγκάζεται να δεχτεί το ευεργέτημα: Βρίσκεται εκείνη τη στιγμή σε ανάγκη μεγάλη και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Επομένως, σιωπηρά κι οι δύο συνάπτουν μία σχέση όχι ισότιμη (εκ των πραγμάτων, βέβαια), αλλά μία σχέση εξάρτησης κι υποτέλειας. Ποτέ, όμως, κανείς απ’ τους δύο δεν θα παραδεχτεί αυτή τη σχέση ως τέτοια, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.     
Απ’ την παραπάνω παραδοχή προκύπτουν κάποιες απαιτήσεις από πλευράς ευεργέτη: Ακριβώς επειδή έδωσε κι έσωσε, επιθυμεί (και μία τέτοια επιθυμία γίνεται αντιληπτή απ’ όλους) σεβασμό, αποδοχή της χειρονομίας του και, εν τέλει, αιώνια αναγνώριση και λατρεία προς το πρόσωπό του (κυρίως αυτό!). Τέτοιες επιθυμίες, όμως, αναγκάζουν τον ευεργετηθέντα σε μία σειρά από δουλικές συμπεριφορές, που αμφιβάλλω αν θα ήθελε να τις υιοθετήσει κιόλας - ειδικά στην περίπτωση που ο ευεργετηθείς έχει μέσα του έστω και κάποια λίγα ψήγματα αίσθησης ελευθερίας κι ανεξαρτησίας. 
Η σχέση αυτή μεταξύ των δύο χαλάει, όταν ο ευεργετηθείς δείξει αχαριστία· και πάντα δείχνει αχαριστία, εξ' ου και το αιώνιο παράπονο όλων των ευεργετών. Το προκύπτον παράπονο είν’ απολύτως δικαιολογημένο, όχι όμως για τον κοινώς αποδεχτό λόγο· επειδή, δηλαδή, μπροστά στην ευγενική και σωτήρια, κάποιες φορές, χειρονομία όλοι οφείλουν να δείχνουν αναγνώριση κι αποδοχή, αλλά γιατί με το σπάσιμο αυτής της σχέσης υποτέλειας κι εξάρτησης ο ευεργέτης, ως ανίατα εγωιστής που είναι (κι είναι σχεδόν πάντα), στερείται της αιτίας που έθρεφε κι ενίσχυε μέχρι πρότινος τον εγωισμό του και την αλαζονεία του απέναντι στον ευεργετηθέντα· δηλαδή, στερείται τούτης της σχέσης μεταξύ των δύο. Ανθρώπινο, βέβαια· πολύ ανθρώπινο. 
Στα ίδια, όμως, υψίπεδα απόλυτης δικαιολόγησης βρίσκεται κι η αχαριστία του ευεργετηθέντος! Γιατί μέχρι ν’ αποσπάσει το ευεργέτημα, ο ευεργετούμενος υποχρεώνεται να υποστεί κάθε είδους εξευτελισμό (απ’ τον πιο μικρό, όπως είναι οι οσφυοκαμψίες κι εκείνο το απαραίτητο σε κοινωνικές συνάξεις «πίνω νερό στο όνομά του», μέχρι και τον πιο μεγάλο, όπως η διατύπωση από μέρους ευεργέτη ανήθικων προτάσεων όλων των μορφών!) και υιοθετεί, όποτε το απαιτούν οι περιστάσεις, μία πέρα για πέρα δουλική συμπεριφορά απέναντι στον ευεργέτη του. Επομένως, μέσ’ απ’ όλη τη διαδικασία αυτή ο ευεργετηθείς βγαίνει εξουθενωμένος ψυχικά κι από αντίδραση ή κι εκδίκηση δείχνει τη γνωστή σ’ όλους μας αχαριστία, προκειμένου να ελευθερωθεί απ’ αυτόν τον δεσμό εξάρτησης κι υποτέλειας, που επέβαλε ο ίδιος από αδήριτη, πολλές φορές, ανάγκη στον εαυτό του! 
Τόσο ο ευεργέτης όσο κι ο ευεργετηθείς είναι τραγικές φιγούρες: Ο μεν πρώτος, γιατί βρίσκει την ευκαιρία μέσ’ απ’ τις επίχρυσες χειρονομίες του, όχι μόνο ν’ αναπτερώσει τον εγωισμό του (όπως ειπώθηκε νωρίτερα), αλλά πρώτα και κύρια για να κάνει τον ευεργετηθέντα δούλο του μέσ’ από μία σχέση υποτέλειας κι έτσι να μετατρέψει ανεπαίσθητα τον ίδιο τον εαυτό του, μοιραία, σ’ ανελεύθερο πλάσμα! Ο δε δεύτερος, γιατί δέχεται να παίξει τον ρόλο του υποτελή (τουλάχιστον όσο καιρό κρατάει το αλισβερίσι), προκειμένου να κάνει τη δουλειά του, θυσιάζοντας έτσι την προσωπική του ελευθερία και την αξιοπρέπειά του.           

Αυτά για τους ηθικιστές και τους τάχα διορθωτές της ανεπίδεκτης σε τέτοια ανθρώπινης φύσης. Οι υπόλοιποι ίσως και να με καταλάβουν...

Κωνσταντίνος Χατούπης
indeepanalysis.gr

Δημοσίευση σχολίου